καθυποκρίνομαι

καθυπο-κρίνομαι [pron. full] [ῑ],
A subdue by histrionic arts, D.19.337; κ. καὶ διαφθείρουσι τὰς βουλήσεις τῶν ποιημάτων destroying by bad acting, D.H.Dem.53.
II c. inf., κ. εἶναι . . pretend to be some one else, Luc.DMar.13.2;

κ. μειδιᾶν Ph. 2.280

: c. acc., counterfeit, φιλίαν ib.520;

τὴν σεμνότητα Him.Ecl.3.2

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυποκρίνομαι — (Α) 1. υποτάσσω κάτι στη θέλησή μου με την υποκριτική τέχνη, εξαπατώ 2. μτφ. καταστρέφω κάτι με την υπόκριση 3. προσποιούμαι, υποκρίνομαι («καθυποκρίνομαι φιλίαν», Φιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑπο κρίνομαι] …   Dictionary of Greek

  • καθυποκρίνεσθε — καθυποκρί̱νεσθε , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts pres imperat mp 2nd pl καθυποκρί̱νεσθε , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts pres ind mp 2nd pl καθυποκρί̱νεσθε , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts imperf ind mp 2nd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυποκριναμένων — καθυποκρῑναμένων , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts aor part mid fem gen pl καθυποκρῑναμένων , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts aor part mid masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυποκρινομένων — καθυποκρῑνομένων , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts pres part mp fem gen pl καθυποκρῑνομένων , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυποκρινούμενον — καθυποκρῐνούμενον , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts fut part mid masc acc sg (attic epic doric) καθυποκρῐνούμενον , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts fut part mid neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυποκρίνεται — καθυποκρί̱νεται , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts aor subj mid 3rd sg (epic) καθυποκρί̱νεται , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπεκρίνατο — καθυπεκρί̱νατο , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts aor ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπεκρίνετο — καθυπεκρί̱νετο , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπεκρίνοντο — καθυπεκρί̱νοντο , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts imperf ind mp 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυπεκρίνου — καθυπεκρί̱νου , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καθυποκριναμένοις — καθυποκρῑναμένοις , καθυποκρίνομαι subdue by histrionic arts aor part mid masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.